Περιακρορριζικό κοκκίωμα .

  • Ο πιο συχνός τύπος παθολογικών διαυγάσεων των γνάθων σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50%.
  • Απεικονίζεται ως μάλλον καλά περιγεγραμμένη διαύγαση, στρογγυλή ή ωοειδής, μικρού μεγέθους που περιβάλει το ακρορρίζιο. Χαρακτηριστικό εύρημα είναι η απώλεια της lamina Dura στο ακρορριζικό τμήμα του υπεύθυνου δοντιού.
  • Είναι μία νοσολογική οντότητα που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη κοκκιώδους φλεγμονώδους ιστού στους περιακρορριζικούς ιστούς δοντιών μετά από νέκρωση του πολφικού ιστού ή δοντιών που υποβλήθηκαν σε ατελή ενδοδοντική θεραπεία. Μπορεί να μετεξελιχθεί σε ακρορριζική κύστη ή φατνιακό απόστημα.

Περιστατικό 1

Διαφορετικές περιπτώσεις περιακρορριζικού κοκκιώματος που σχετίζονται με το 36.

Περιστατικό 2

Διαφορετικές περιπτώσεις ασθενών με  περιακρορριζικά κοκκιώματα.

Περιστατικό 3

Περιακρορριζικό κοκκίωμα

Περιστατικό 4

Περιακρορριζική αλλοίωση που προκαλεί διάτρηση του υπερωϊου συμπαγούς πετάλου

Περιστατικό 5

Περιακρορριζικό κοκκίωμα στις παρειακές ρίζες του ενδοδοντικά θεραπευμένου 1ου γομφίου. Η αλλοίωση προκαλεί λέπτυνση και διάτρηση του οστικού υποστρώματος του ιγμορείου άντρου με αντίστοιχη παχυβλεννογονίτιδα αυτού.